Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

Ο ΛΕΩΝ ΤΗΣ ΧΑΙΡΩΝΕΙΑΣ


Βρίσκεται 13 χλμ. έξω από τη Λιβαδειά, στον παλιό εθνικό δρόμο προς τη Λαμία.
Το επιτύμβιο μνημείο στήθηκε, σύμφωνα και με τον Παυσανία, προς τιμή των Θηβαίων ιερολοχιτών που έπεσαν στη μάχη της Χαιρώνειας στις 2 Αυγούστου του 338 π.Χ., στην οποία αναδείχθηκαν νικητές οι Μακεδόνες. Όταν μετά τη νίκη του ο Φίλιππος Β’ επέτρεψε την ταφή των νεκρών, ο Λέων της Χαιρώνειας στήθηκε για να δείξει το σημείο ταφής τους. Πράγματι, ανασκαφές στο σημείο έφεραν στο φως τους σκελετούς 254 ανδρών και μέρος του οπλισμού τους, πιθανόν τους νεκρούς του Ιερού Λόχου. Από αυτούς, δύο είχαν αποτεφρωθεί και οι υπόλοιποι απλά ενταφιαστεί.
Είναι καθιστό στα πίσω πόδια σε ένα μαρμάρινο βάθρο και έχει ύψος 5,30 μέτρα (το βάθρο 3 μ.). Το στόμα του είναι μισάνοιχτο σαν να βγαίνει ο βρυχηθμός του και κοιτάζει περήφανα ελαφρώς δεξιά. Το όνομα του γλύπτη δε διασώζεται.
Το βάθρο όμως κάποτε κατέρρευσε και το άγαλμα έπεσε στο έδαφος και έσπασε. Το 1818 ο Άγγλος Crawford, έκανε μια πρόχειρη ανασκαφή και αποκάλυψε το κεφάλι και μερικά ακόμη τμήματα του αγάλματος. Ωστόσο κατάλαβε ότι το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να τα βάλει πάλι στο έδαφος αφού οι Τούρκοι είχαν άλλους σκοπούς...
Επίσης λέγεται ότι και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος   που είχε αναλάβει το αρματολίκι της Λιβαδειάς για λογαριασμό του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, οργάνωσε ένα πρόχειρο συνεργείο από ντόπιους χωρικούς, με τη βοήθεια των οποίων κατόρθωσε να φέρει στην επιφάνεια τα περισσότερα τμήματα του λέοντα. Την ίδια χρονιά ο Γάλλος περιηγητής και χαράκτης L. Dupré θα επισκεφθεί τη Χαιρώνεια και θα απεικονίσει για πρώτη φορά τα μέλη του αγάλματος.
Η οριστική αναστήλωση του μνημείου φέρεται να έγινε το 1902 - 1903. 

 πριν την αναστήλωση, τέλη 18ου αιώνα


 


 Μετά την αναστήλωση

1923

δυο πελαργοί στο κεφάλι του

καρτποστάλ εποχής

υδατογραφία του Skene James, 1838-1845.
...και από εδώ δείτε από κοντά (ζουμ) το μνημείο  ΚΛΙΚ

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

ΛΕΥΚΑΔΑ

Πράσινο, γαλάζιο, Κάθισμα, Εγκρεμνοί, Πόρτο Κατσίκι, Άγιος Νικήτας, Νυδρί...είναι αυτά που κάνουν μοναδικό το νησί της Λευκάδας. Και βέβαια δεν είναι μόνο αυτά...
Χάρη λοιπόν στην πρόσκληση ενός καλού φίλου είχα την τύχη να επισκεφτώ για 7 μέρες το νησί αυτό του Ιουνίου. Και είναι πολλά αυτά που αξίζει κανείς να δει, αλλά με μια μικρή διαπίστωση και συμβουλή από μένα. Όχι τον Αύγουστο...
Αλλά ας δούμε τι ήταν αυτά που είδα, εντυπωσιάστηκα αλλά και προβληματίστηκα επίσης.
Το μέρος που μέναμε ήταν στους Καρυώτες, σε ιδανική απόσταση θα έλεγα, 2 χλμ. από την πόλη της Λευκάδας μέσα σε ένα μεγάλο κτήμα που οι ιδιοκτήτες του το παρουσίασαν σαν αγροτουρισμό, που όμως απέχει πολύ από κάτι τέτοιο. Η τιμή λογική για Αύγουστο (45 €), όμως με λίγες δυσκολίες σε ανέσεις, ιδίως στο πολύ μικρό μπάνιο και στα άβολα κρεβάτια. Αλλά λόγω της ησυχίας που είχε, της τιμής και της εύκολης πρόσβασης στην πόλη της Λευκάδας ήταν σχετικά ικανοποιητικό.
Η πόλη της Λευκάδας έχει κάποιες μικρές παραλίες όπως του Κάστρου, της Αμμόγλωσσας, της Γύρας, των Μύλων και του Αη Γιάννη, όλες μαζεμένες γύρω από τη λιμνοθάλασσα της.


Δεν θα έλεγα ότι ήταν κάτι το συγκλονιστικό αυτές, μάλλον συνηθισμένες, ίσως στη Γύρα να ήταν η καλύτερη αφού και οργανωμένη ήταν αρκετά καλά και κάποιες ταβέρνες υπήρχαν και γαλαζοπράσινα νερά είχε. Εδώ θα πρέπει να αναφέρω την έκπληξη μου από τις τιμές που συνάντησα στις ταβέρνες της περιοχής. Χταποδάκι στα 15 €, και χωριάτικη σαλάτα στα 8 μάλλον δε συμβαδίζει με την κρίση που συχνά αναφέρουμε... Η παραλία του Κάστρου και της Αμμόγλωσσας είναι κοντά στο κάστρο της Αγίας Μαύρας και προτιμούνται κυρίως από ντόπιους. Στον Αη Γιάννη και στους Μύλους συναντάς κυρίως wind surfers και kite surfers. Αυτή η πολυχρωμία βέβαια είναι που κάνει και το τοπίο μαγευτικό

η παραλία των Μύλων με τους kite surfers. Αριστερά διακρίνονται και οι 4 Μύλοι από τους συνολικά 12 που υπήρχαν στην περιοχή και χρονολογούνται από το 1760.

kite surfers επί τω έργω, η παραλία γεμάτη από αυτούς, αφού από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο βγάζει θερμικούς ανέμους 4-6 μποφόρ.

Η πόλη της Λευκάδας είναι πάρα πολύ όμορφη και εντυπωσιακή αρκεί να την περπατήσεις και ιδίως τα στενά σοκάκια της. Ο πεζόδρομος Ιωάννου Μελά είναι ο πρώτος δρόμος της "βόλτας" που ξεκινάει από τον άγιο Μηνά και καταλήγει στην κεντρική πλατεία με τον άγιο Σπυρίδωνα, όπου εκτός από τα μαγαζιά, τα καφέ και τις ταβέρνες μπορείτε να δείτε και αξιόλογες εκκλησίες, αν και τις περισσότερες μόνο εξωτερικά. 
Ο δεύτερος δρόμος της "βόλτας" είναι ο παραλιακός με τα καφέ, τα μπαρ και τα σοκάκια με τα χαρακτηριστικά ξύλινα σπίτια, επενδυμένα με χρωματιστή λαμαρίνα (αντισεισμικά)
Και οι δυο δρόμοι είναι ιδιαίτερα πολυσύχναστοι, πάντα γεμάτοι με κόσμο, με πολύ κόσμο, με πάρα πολύ κόσμο, τόσο που μερικές φορές να μην μπορείς να προχωρήσεις άνετα. Το πάρκινγκ ιδιαίτερα δύσκολο σχεδόν αδύνατο, εκτός αν αφήσεις το αυτοκίνητο σου αρκετά μακρυά από τις δυο παραπάνω περιοχές και περπατήσεις αρκετά πολύ...
Οι τιμές στις ταβέρνες θα έλεγα ότι είναι αρκετά καλές αλλά είναι αρκετά δύσκολο να εξυπηρετηθείς άμεσα, ιδίως αν προτιμήσεις να πας σε ώρες αιχμής. Έτσι θα δεις αρκετές φορές κόσμο στην ουρά, ιδίως σε καλά μαγαζιά, να περιμένει να αδειάσει κάποιο τραπεζάκι για να καθίσουν και αυτοί.
Οι θάλασσες που αξίζει κάποιος να τις επισκεφτεί βρίσκονται όλες στα δυτικά του νησιού.
Η πρώτη είναι τα Πευκούλια, οργανωμένη σε ένα μέρος της με ωραία αμμώδη παραλία και πεντακάθαρα νερά και πευκοδάσος που φτάνει μέχρι την παραλία. Στα αρνητικά η χρέωση της ομπρέλας (5 €) και το πάρκινγκ (φαινόμενο συχνό σε όλες τις παραλίες αφού τα αυτοκίνητα είναι πολυάριθμα)
Ο Άγιος Νικήτας αμέσως μετά ο πιο τουριστικός προορισμός του νησιού. Τα αυτοκίνητα που βρίσκονται επάνω στον κεντρικό δρόμο σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων σου δίνει να καταλάβεις τι συμβαίνει σε αυτόν. Δυστυχώς ήταν αδύνατον να βρω παρκάρισμα σε απόσταση 3 χλμ (!!!) από το χωριό και έτσι δεν μπόρεσα να τον επισκεφτώ.
Αμέσως μετά είναι η αγαπημένη παραλία της Λευκάδας και η πιο κοσμοπολίτικη, οργανωμένη με ομπρέλες, ξαπλώστρες, μπαρ, εστιατόρια. Έχει λευκή βοτσαλωτή άμμο και γαλαζοπράσινα νερά. Χρειάζεται προσοχή όταν φυσάει ο μαΐστρος αφού σηκώνει μεγάλο κύμα.
Στα αρνητικά για εμένα, το πάρκινγκ (την 1η μέρα χρειάστηκε να πληρώσω 6 € για να παρκάρω), η χρέωση της ομπρέλας από ένα μπαρ (4 €) και η μη λήψη wi fi internet, αν και διαφημιζόταν από τα μπαρ αυτό...
Οι διάσημες παραλίες βέβαια της Λευκάδας βρίσκονται πολύ πιο κάτω και δυτικά πάντα. 
Και μιλάμε για τους Εγκρεμνούς μια παραλία 2 χλμ. με εντυπωσιακούς γκρεμούς γύρω της, θεωρείται από τις καλύτερες της Μεσογείου και το τοπίο παραπέμπει μάλλον σε Καραϊβική και όχι σε Ελλάδα.


Στα αρνητικά η απόσταση και η δύσκολη πρόσβαση σε αυτήν, αφού για να φτάσεις σε αυτήν πρέπει να κατέβεις 350 !!! σκαλοπάτια.
Έτσι και εγώ διάλεξα την εύκολη λύση της θάλασσας. Με εκδρομικό καράβι που ξεκινάει από το Νυδρί και κάνει μίνι κρουαζιέρα σε Φισκάρδο και Κιόνια Ιθάκης σε αφήνει στους Εγκρεμνούς 1 ώρα περίπου για μπανιο.


Η επόμενη παραλία, η πιο γνωστή, αφού έχει βραβευτεί σαν η καλύτερη παραλία της Ελλάδας και την έχουμε δει αρκετές φορές σε διαφημιστικές καμπάνιες είναι το Πόρτο Κατσίκι. Μια λευκή λωρίδα αμμουδιάς μπροστά από τον λευκό βράχο με απίστευτα γαλαζοπράσινα νερά είναι πραγματικά παραλία και θάλασσα που πρέπει να την επισκεφτούν όλοι έστω και μια φορά.


Στα αρνητικά του επίσης η πρόσβαση, τα 110 σκαλοπάτια που πρέπει να κατέβεις και ο πάρα πολύς κόσμος που υπάρχει (με πολύ δυσκολία βρίσκεις λίγο ελεύθερο μέρος να ανοίξεις την ομπρέλα σου και να απλώσεις την πετσέτα σου).
Επίσης το καράβι που κάνει την κρουαζιέρα δεν σε αφήνει στην ξηρά αφού υπάρχει απαγόρευση αλλά μόνο στα ανοιχτά για βουτιές. Έτσι δεν αποτελεί λύση ούτε η πρόσβαση από την θάλασσα παρά μόνο η θέα από το καράβι


Από την ανατολική μεριά αξίζει να επισκεφτείς το Νυδρί (αν και η θάλασσα δεν ενδείκνυται πουθενά στην ανατολική μεριά) ενώ νότια είναι ο μεγάλος κόλπος της Βασιλικής που και εδώ επίσης είναι γεμάτη από wind surfers.
Από την ενδοχώρα θα πρέπει να αναφέρω το εξαίσιο φαΐ που έφαγα στην Καρυά, αφού το φρυγαδέλι (συκώτι με σκέπη, σαν σουβλάκι) ήταν μακρά το καλύτερο έδεσμα που γεύτηκα στο νησί.

Και βέβαια θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στα 2 νησιά που ανήκουν στη Λευκάδα και επισκέπτεσαι με την κρουαζιέρα, το Μεγανήσι όπου και η σπηλιά που κρυβόταν το υποβρύχιο "Παπανικολής",



και βέβαια τον ξακουστό Σκορπιό, νησί του Ωνάσση που πριν λίγο καιρό αγοράστηκε για 99 χρόνια από το Ρώσο μεγιστάνα Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ. Στο νησί βρίσκονται οι τάφοι του Αριστοτέλη, του Αλέξανδρου και της Χριστίνας και διακρίνονται το σπίτι του Αριστοτέλη, της Τζάκι, το οίκημα για τους φιλοξενούμενους, το γήπεδο τένις, το ελικοδρόμιο και το οίκημα στην παραλία που πήγαινε η Χριστίνα για μπάνιο.


η θαλαμηγός του Ρώσου μεγιστάνα. Στο βάθος διακρίνεται η ροζ βίλα του Ωνάσση 

Και βέβαια η πρότασή μου φυσικά είναι ΝΑΙ στη Λευκάδα αλλά ΟΧΙ τον Αύγουστο...

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ...ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ!

Πριν περίπου 1 χρόνο (στις 27 Ιουλίου 2012 συγκεκριμένα) ήταν η έναρξη των θερινών Ολυμπιακών αγώνων στο Λονδίνο. Σήμερα δόθηκαν στη δημοσι
ότητα κάποια στοιχεία έρευνας γι' αυτούς όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι η βρετανική οικονομία ενισχύθηκε κατά 10 δις λίρες χάρη σε αυτούς (συμπεριλαμβανομένου και των Παραολυμπιακών). Η ενίσχυση αυτή προήλθε κυρίως από το εμπόριο και τις επενδύσεις και όπως προκύπτει από την έρευνα που έγινε για λογαριασμό της κυβέρνησης, τα μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη μπορεί να φτάσουν τα 41 δις λίρες μέχρι το 2020... Το κόστος των Ολυμπιακών αγώνων ήταν 9 δις...
Αλλά βέβαια υπάρχουν και άλλα πολλά θετικά, όπως η τόνωση του εθελοντισμού, οι εγκαταστάσεις αθλημάτων που ανακαινίσθηκαν ή δημιουργήθηκαν κλπ...
Πριν από 9 χρόνια (στις 13 Αυγούστυ 2004 συγκεκριμένα) ήταν η έναρξη της "δικής"μας Ολυμπιάδας, των Αθηνών. Δε μπόρεσα να βρω κάποια έγκυρα οικονομικά στοιχεία για το τι μας άφησε εκείνη η διοργάνωση παρά μόνο μια δήλωση της κας Αγγελοπούλου ότι στοίχισαν 2 δις € περίπου και υπήρξε πλεόνασμα 130 εκατ. € περίπου, αλλά και κάποια άρθρα εφημερίδων:
" ... Σύμφωνα με Το Βήμα της Κυριακής, ένα ακραίο σενάριο ανεβάζει το κόστος των Αγώνων στα 12 δισ. ευρώ,..ενώ δεν έχει γίνει ακόμα γνωστό το κόστος για την ασφάλεια των Ο.Α., το οποίο ήταν 600 εκ. ευρώ περίπου και φαίνεται ότι θα ξεπεράσει τα 1,5 δις ευρώ."
Mετέπειτα άρθρο του Μιχάλη Παπαγιαννάκη στην «Κυριακάτικη Αυγή», μία εβδομάδα μετά την τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων, " επισήμως υπολογίστηκε σε 11,2 δισ. ευρώ, όμως ανεπίσημες κυβερνητικές πηγές το ανέβαζαν στα 20 δισ. ευρώ "... 
Στην Ελλάδα δύσκολα βγάζεις άκρη...
Πάντως το μόνο σίγουρο είναι ότι υπάρχει εικόνα για το τι μας άφησε πίσω η Ολυμπιάδα της Αθήνας. Δείτε παρακάτω φωτογραφίες, που τραβήχτηκαν πριν από 1 χρόνο και βγάλτε τα συμπεράσματά σας...


Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ

Τσικνοπέμπτη αύριο και όλοι αρχίζουν τις ανάλογες ετοιμασίες.

 Η λέξη Τσικνοπέμπτη προέρχεται από τις λέξεις "τσίκνα" (η μυρωδιά του καμένου ψημένου κρέατος) και "Πέμπτη".

Οι τρεις εβδομάδες των Αποκριών ονομάζονται κατά χρονική σειρά Προφωνή, Κρεατινή και της Τυροφάγου. 

Στο μέσο της Κρεατινής εβδομάδας βρίσκεται η Τσικνοπέμπτη, κατά την οποία παραδοσιακά καταναλώνεται μεγάλη ποσότητα κρέατος, ενόψει της επερχόμενης νηστείας της Σαρακοστής. Για την ορθόδοξη παράδοση, οι νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής είναι σημαντικές, οπότε η Πέμπτη θεωρούνταν η καταλληλότερη μέρα για κρεατοφαγία.
Είναι ημέρα χαράς αλλά και προετοιμασίας για τους Ελληνορθόδοξους χριστιανούς, καθώς η σαρανταήμερη περίοδος της Σαρακοστής πριν το Πάσχα πλησιάζει. Την μέρα αυτή επιβάλλεται από το έθιμο το ψήσιμο κρέατος στα κάρβουνα. 

Καλή όρεξη λοιπόν σε όλους...αλλά προσέξτε να είναι αληθινές σούβλες αύριο...κάτι σαν αυτές παρακάτω

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ

Ο πρώτος νεκρός του Τρωικού πολέμου, πηγή έμπνευσης τραγουδιού!

Είναι δεκάδες τα τραγούδια που έχουν πάρει το ερέθισμα από την ελληνική μυθολογία και ιστορία. Από τα πολύ ωραία τραγούδια είναι και η σύνθεση του Μίμη Πλέσσα σε στίχους Κώστα Βίρβου, ο "Πρωτεσίλαος".

Πρόκειται για τον πολύ γνωστό μύθο του Πρωτεσίλαου και της γυναίκας του Λαοδάμειας. Αλλά ας δούμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Πρωτεσίλαος συμμετείχε στην εκστρατεία των Αχαιών εναντίον των Τρώων με 40 πλοία επικεφαλής των Θεσσαλών των πόλεων Φυλάκης και Πυράσου . Ο χρησμός έλεγε καθαρά ότι ο πρώτος που θα πατήσει το χώμα της Τροίας θα πέσει νεκρός και όλοι δίσταζαν να βγουν. Ο παμπόνηρος Οδυσσέας πετάει την ασπίδα του και πατάει πάνω σε αυτήν πρώτος - όχι όμως στο χώμα. Ο Πρωτεσίλαος νομίζει ότι βγαίνει δεύτερος και μόλις πατάει το πόδι του στο χώμα πέφτει νεκρός από το ακόντιο του Έκτορα. Κατά μία άλλη άποψη ο Πρωτεσίλαος δέχθηκε να βγει αυτός πρώτος γνωρίζοντας τον συγκεκριμένο χρησμό. Πάντως όπως και να έχει, ο χρησμός της Θέτιδας βγήκε αληθινός!

Ο Πρωτεσίλαος όμως ήταν νιόπαντρος και δεν πρόλαβε να χαρεί τη γυναίκα του Λαοδάμεια. Μάλιστα ο Λουκιανός στους "Νεκρικούς διαλόγους" του, γράφει, όταν απευθύνει ο Αιακός, δικαστής του Κάτω κόσμου το λόγο του στον Πρωτεσίλαο:
"...για το θάνατό σου Πρωτεσίλαε, δε φταίει κανένας άλλος παρά μονάχα εσύ, αφού, όταν φτάσατε στην Τροία λησμόνησες τη νιόπαντρη γυναίκα σου κι όρμησες πριν από τους άλλους, τόσο απερίσκεπτα και με τόση αδιαφορία για τον κίνδυνο - μόνο και μόνο για να δοξαστείς! - που σκοτώθηκες πρώτος στην απόβαση"

Σύμφωνα με τον μύθο, οι θεοί λυπήθηκαν τη Λαοδάμεια για τη χηρεία της και τον έφεραν πίσω από τον `Αδη για να τον δει. Εκείνη χάρηκε πάρα πολύ, νομίζοντας ότι ο Πρωτεσίλαος είχε επιστρέψει από την Τροία, αλλά όταν οι θεοί τον πήγαν πάλι στον Κάτω Κόσμο, ήταν απαρηγόρητη. Κατά μια άποψη αυτοκτόνησε αμέσως μετά κατά άλλη, παράγγειλε και της έφτιαξαν ένα μπρούντζινο άγαλμά του, και αφοσιώθηκε σε αυτό. Ο πατέρας της ανησύχησε με τη συμπεριφορά της και διέταξε την καταστροφή του αγάλματος, αλλά τότε η Λαοδάμεια έπεσε στη φωτιά και κάηκε μαζί με το άγαλμα. Δεν άντεχε μακριά του...Το τραγούδι αφήνει να εννοηθεί η πρώτη άποψη.


...φωνητικά δίπλα στο Δημήτρη Μητροπάνο η Κατιάνα Μπαλανίκα και η Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου...

Σαρκοφάγος που αναπαριστά το μύθο του Πρωτεσίλαου και της Λαοδάμειας

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

ΓΛΩΣΣΟΛΑΛΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

 Γλωσσολαλιά ελληνική της οικουμένης θάμα...

Συγκλονιστικό κι υπέροχο! Ιδίως για όσους αγαπούν τη γλώσσα μας αλλά και για τους ανελλήνιστους!

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 60 ΚΑΙ 70

Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του 40, 50, 60 και 70 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει. 
Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαριές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίδες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατούσες μας.



Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκκύτη, μαγουλάδες,ανεμοβλογιά. Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη. Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με… κάρβουνο, ή με θερμάστρες πετρελαίου. Πού να βρεθεί καλοριφέρ τότε. 

 
Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ήρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέτα, το Πρώτο, το Εμπρός. 





Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλίρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλειφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν, τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον, το πεστίλι πέτσα βερίκοκο, το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι. 




 
Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκκινοπίπερο.


Τα αστικά λεωφορεία Σκάνια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλε δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ήταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρι καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας; Τα κίτρινα τρόλεϊ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλα που έκοβε τα εισιτήρια. 



 
Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Άνω Τούμπα - Κάτω Τούμπα» τους έκοβαν το μεροκάματο. Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault 10 ή το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.

 
Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα. 

 
Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο, αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σαν φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ. 



 
Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας.


Στη γωνιά του δρόμου ένα ζαχαροπλαστείο που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί. 


 Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλεϊ κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά. 

 
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσο ούτε καν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο έβρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου. 

 
Σαββατόβραδο συνήθως σινεμαδάκι, την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παϊδάκια και μια γουλιά μπίρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει»

 
Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωί τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστό υποβρύχιο μέσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης, Φουντουκίδης, Κατσαρός.


  
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το 'σπρωχνε στο χωματόδρομο. ΑΣΤΥ, ΕΒΓΑ... Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα. 

  
Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Περαία, Μπαξέ, Αγία Τριάδα άντε και στην Επανωμή ή πιο κοντά στο Καραμπουρνάκι και στην πλαζ της Αρετσούς...
 Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπάνιο με τις κομπινεζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό. 

 
 
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά! Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα. Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση. 


Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγί, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τα ζαχαροπλαστεία της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανητές αλλά ποτέ δεν ήμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας. 


 Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας. Όταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέτο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλιρα για να μη φουσκώσουν. 

 
Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέτες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος! Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα. Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μας κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες. Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας. Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει. Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλιτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε. Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι. Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων. 

 
Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρεις μέρες πρωί, τρεις μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς. Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο.
 -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πει τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι. Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλε ποδιές τους. Μπλε κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλε κορδέλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και τα αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.

 
 Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στο δάσος Κουρί, στο Κρυονέρι, στο Πανόραμα και τον Χορτιάτη, στην Καβάλα και την Κατερίνη. Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο. Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.


Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας. Θυμάστε τα πάρτι γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέικ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς. Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλουζ σε συνεννόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας. Πηγαίναμε στο γήπεδο τρεις ώρες πριν το ματς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα; Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια. Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και τις πορτοκαλάδες ΠΑΡΘΕΝΩΝ και ΛΟΥΞ. Αξέχαστα χρόνια. 

  
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος. 

Όλα τα παραπάνω και ακόμα περισσότερα μπορείτε να δείτε και στην παρακάτω παρουσίαση