Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ - "ΖΟΡΜΠΑΣ"

"Έφυγε" λοιπόν σήμερα από τη ζωή, σε ηλικία 89 ετών, ακόμα ένας μεγάλος Έλληνας, ένας μεγάλος σκηνοθέτης, ένας παγκοσμίως αναγνωρισμένος Έλληνας, ένας "μεγάλος" άνθρωπος...

Ο Μιχάλης Κακογιάννης, γιος της Αγγελικής και του Παναγιώτη Κακογιάννη, γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου, στις 11 Ιουνίου του 1922, και σπούδασε Νομική, Δραματικές Τέχνες και σκηνοθεσία στο Λονδίνο.
Το 1954, με την κινηματογραφική ταινία «Κυριακάτικο Ξύπνημα», ο Μιχάλης Κακογιάννης έκανε την αρχή της διεθνούς σκηνοθετικής του καριέρας. Η «Στέλλα», το «Κορίτσι με τα μαύρα», το «Τελευταίο ψέμα» η τριλογία του: «Ηλέκτρα», «Τρωάδες» και «Ιφιγένεια» και ο «Ζορμπάς» είναι μερικές μόνο από τις ταινίες του που διαγωνίστηκαν και προβλήθηκαν στα εγκυρότερα φεστιβάλ παγκοσμίως και απέσπασαν πολλά βραβεία και τιμητικές διακρίσεις. Στις ταινίες του συνεργάστηκε με μεγάλους Έλληνες ηθοποιούς, αλλά και με γνωστούς και καταξιωμένους ηθοποιούς της Αμερικής και της Ευρώπης.

Από όλες αυτές τις μεγάλες του επιτυχίες ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε η μεταφορά του βιβλίου "Αλέξης Ζορμπάς", του επίσης "μεγάλου" Νίκου Καζαντζάκη στη μεγάλη οθόνη. Κατά τη γνώμη μου ήταν μια εκπληκτική μεταφορά του βιβλίου και με πρωταγωνιστές κολοσσούς της εποχής (Α. Κουίν, Α. Μπέιτς, Λ. Κέντροβα, Ε. Παππά, Σ. Μουστάκας, Γ. Φούντας κ. ά)



Μάλιστα, η ταινία απέσπασε τρία βραβεία Όσκαρ το 1964, με σημαντικότερο το Όσκαρ β' γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της Λίλα Κέντροβα, στο ρόλο της Μαντάμ Ορντάνς. Τη μουσική της ταινίας την οποία έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης έγινε παγκοσμίως γνωστή ως Συρτάκι. Οι σκηνές της ταινίας γυρίστηκαν στην Κρήτη.


Οι δυο τους συναντιούνται στον Πειραιά εντυπωσιασμένος από το πάθος και τον αντισυμβατικό χαρακτήρα τού Ζορμπά, ο αφηγητής τον προσλαμβάνει ως επιστάτη. Στην Κρήτη, εγκαθίστανται στο ξενοδοχείο τής μαντάμ Ορτάνς, μιας ξεπεσμένης σαντέζας, που δεν αργεί να γίνει ερωμένη τού Ζορμπά. Επιθυμεί να αφιερωθεί σε μιαν εργασία χειρωνακτική, με την ελπίδα να γιατρευτεί από τη θεωρητική του αδράνεια. Αλλά σύντομα αλλάζει στόχους, γιατί ο γερο-Αλέξης Ζορμπάς αποκαλύπτει ένα ανεξάντλητο θησαυρό από εμπειρίες, που μαγεύουν τον διανοούμενο. Η εκμετάλλευση τού ορυχείου γίνεται έτσι ένα πρόσχημα, που τούς επιτρέπει να χαρούν ατέλειωτες συζητήσεις και αλήτικες περιπέτειες, που προκαλούνται από την παρουσία τής μαντάμ Ορτάνς. Ο αφηγητής δεν ενδιαφέρεται για κέρδη και επιχειρήσεις, αλλά αναζητεί απαντήσεις στα φιλοσοφικά ερωτήματα που τον τυραννούν. Με την απλή λογική του και την πείρα του πολυτάραχου βίου του, ο Ζορμπάς τού δείχνει ότι οι απαντήσεις -αν υπάρχουν- δεν βρίσκονται στα βιβλία, αλλά μέσα στην ίδια τη ζωή, αρκεί να τη ζει κανείς με πάθος, λυτρωμένος από ελπίδες και προσδοκίες. Ο Ζορμπάς είναι μια ύπαρξη αχόρταγη, χωρίς προκαταλήψεις, και δέχεται ατάραχα τη φτώχεια και την πραγματικότητα τού νησιού, που καταβάλλουν τον νέο του σύντροφο. Ωστόσο, οι δυο φίλοι έχουν κάτι κοινό: την ανησυχία, στον Ζορμπά παράφορη, στον αφηγητή υποταγμένη, μπροστά στο μυστήριο τής ζωής. Το ύφος, άκρως πλούσιο και τολμηρό, καθώς απεικονίζει ανάγλυφα την έντονη διαφορά ανάμεσα σε δύο χαρακτήρες και σε δύο αντίθετες αντιλήψεις τού κόσμου, καθιστά τον Ζορμπά ένα από τα καλύτερα έργα τού Καζαντζάκη.

Οι σκηνές του έργου που εντυπωσιάζουν, πολλές:

Η δολοφονία της χήρας εντυπωσιάζει με την πρωτόγονη αγριότητα του κρητικού λαού που θυμίζει το λιθοβολισμό της Μαγδαληνής στο Ευαγγέλιο.



Ο θάνατος της μαντάμ Ορτάνς που αποκαλύπτει την αντίδραση των ανθρώπων απέναντι στο αναπόφευκτο γεγονός του θανάτου. Την διαφορετικά αντίδραση των ανθρώπων, την πλεονεξία από τη μια μεριά, των μοιρολογοιτριών και της ευγένειας από τη μεριά του Ζορμπά.



Ο χορός του Ζορμπά με τον Καζαντζάκη
, που αποκαλύπτει τη φύση του Ζορμπά, όπως έχει τη δυνατότητα να απολαμβάνει τη ζωή στις πιο όμορφες στιγμές της, να "ρουφήξει" τη ζωή στις πιο όμορφες καταστάσεις της. Το ίδιο καταφέρνει να κάνει και ο συγγραφέας, άνθρωπος κλειστός και βαρύς, γίνεται αυθόρμητος, γνήσιος, απελευθερώνεται και συμμετέχει στο πανηγύρι της χαράς.




Οι ιδέες του έργου επίσης αξιοπρόσεκτες: η ιδέα της ελευθερίας, η μικρότητα ανθρώπου και κόσμου, άνθρωπος και Θεός, εθνικές διαφορές και ανθρωπισμός, η μάνα γη, η σχέση φύσης και ψυχής, οι σκέψεις για τη φύση του ανθρώπου είναι κάποιες από αυτές που προβληματίζουν...

Επ΄ευκαιρία λοιπόν, ας δούμε κάποιες άγνωστες σε πολλούς, λεπτομέρειες του βιβλίου "Βίος & Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά", όπως ήταν ο ολοκληρωμένος τίτλος του έργου.

Ο πρωταγωνιστής τού βιβλίου, ο Ζορμπάς, ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Το πραγματικό του όνομα, ήταν Γιώργης Ζορμπάς.



Γεννήθηκε στο Λιβάδι τού Δήμου Κολινδρού (Πιερία) το 1869. Ήταν γιος τού Φώτη Ζορμπά, ενός πλούσιου τσέλιγκα και κτηματία, και είχε άλλα τρία αδέλφια (την Κατερίνα, τον Γιάννη και τον Ξενοφώντα). Δούλεψε στο Καταφύγι στα κτήματα και στα κοπάδια του, έγινε ξυλοκόπος, και αργότερα έφυγε για την Χαλκιδική. Στο Παλαιοχώρι έζησε τα πιο κρίσιμα χρόνια τής ζωής του. Εκεί διέμεινε σε έναν φίλο του και εργάστηκε ως μεταλλωρύχος σε μια γαλλική εταιρεία εκμετάλλευσης μεταλλείων στο Ίσβορο (Στρατονίκη). Γνωρίστηκε με τον αρχιεργάτη τού μεταλλείου, Γιάννη Καλκούνη, «έκλεψε» και παντρεύτηκε στο Παλαιοχώρι την κόρη του Ελένη, και έκανε μαζί της 12 παιδιά, από τα οποία έζησαν τα 7, τον Ανδρέα (στρατιωτικός, έζησε στην Αθήνα και ήταν αυτός που απείλησε τον Καζαντζάκη με μήνυση αν έγραφε για τον πατέρα του - γι αυτό άλλαξε τον τίτλο του βιβλίου σε "Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά"), η Φιλιώ (παντρεύτηκε στον Κάλαμο), ο Μανώλης (έζησε στην Κρήτη και έκανε 2 παιδιά), ο Βαγγέλης (έζησε στις Σέρρες), η Ανδρονίκη (παντρεύτηκε στην Καλαμάτα και έκανε 3 παιδιά), η Τασία (παντρεύτηκε στην Κρήτη και έκανε 2 παιδιά) και η Κατερίνα (παντρεύτηκε στο Βελιγράδι και έκανε 2 παιδιά) αλλά οι πόλεμοι και ο θάνατος της γυναίκας του Ελένης, φέρνουν δυστυχία στην οικογένειά του.

Μετά από όλα αυτά εγκαταλείπει το Παλαιοχώρι και την Χαλκιδική και έρχεται στο Ελευθεροχώρι Πιερίας που απέχει οχτώ χιλιόμετρα από τον Κολινδρό, όπου μένει ο αδελφός του Γιάννης Ζορμπάς, ο γιατρός. Το 1915 φεύγει για το Άγιο Όρος με την απόφαση να γίνει καλόγερος. Εκεί θα γνωριστεί με τον Καζαντζάκη και μια δυνατή φιλία θα αρχίσει να δένει τους δυο άντρες. Κατόπιν πηγαίνουν στη Μάνη όπου εκμεταλλεύονται τα ορυχεία τής Πραστοβάς (κοντά στη Στούπα Μεσσηνίας, παραθαλάσσιο χωριό τού Δήμου Λεύκτρου στη Μεσσηνιακή Μάνη).

Το μεταλλείο της Πραστοβάς, γνωστό ως "ανθρακωρυχείο Καρδαμύλης", ήταν δηλωμένο αρκετά χρόνια πριν τον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο από τον Π. Πατριαρχέα από την Καρδαμύλη και το στρατηγό Γρηγοράκη από το Γύθειο. Αργότερα το πήραν διάφοροι μέτοχοι ανάμεσά τους και ο Ν. Καζαντζάκης, άσημος δικηγόρος τότε.
Οι προετοιμασίες για τη λειτουργία του άρχισαν από το 1916. Από τότε ήταν εγκαταστημένος ο Ζορμπάς στο σπιτάκι της Πραστοβάς. Μάλιστα στις 2 Απριλίου καλαματιανή εφημερίδα ανάγγειλε την έναρξη της λειτουργίας του μεταλλίου.
Ο Καζαντζάκης ΔΕΝ ήταν τότε εκεί αλλά στο Άγιο Όρος και κατά το τέλος του καλοκαιριού αποφασίζει να πάει στο μεταλλείο για δουλειά (εδώ να πούμε ότι οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι ο Καζαντζάκης επίτηδες πήγε στο μεταλλείο, για να αποφύγει τη στράτευση έστω και για λίγους μήνες, αφού το επαναστατικό κίνημα του Βενιζέλου έδειχνε πως σύντομα θα έβγαινε και η Ελλάδα στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων). Ο Ζορμπάς ήταν τότε 50 ως 55 χρονών και ο Καζαντζάκης 32 -33.
Λεγόταν ακόμη από χωρικούς της Στούπας, του διπλανού χωριού, πως το 1917 τα γερμανικά υποβρύχια από αυτά τα μεταλλεία ανεφοδιάζονταν λιγνίτη. Αλήθεια ή ψέματα κανείς δεν ξέρει...
Το χωριό της Στούπας το οποίο βεβαίως υπάρχει ακόμα και σήμερα, όπως και η "σπηλιά του Καζαντζάκη" όπου ο συγγραφέας περνούσε τις ώρες του διαβάζοντας ή γράφοντας το "Βούδα" του καθώς και η στοιχειωμένη "συκιά της αρχοντοπούλας" που αναφέρει ο συγγραφέας στο μυθιστόρημά του. Υπάρχει επίσης και η εξέδρα πάνω στα κύματα όπου κοιμόταν ο Άγγελος Σικελιανός, εγκάρδιος φίλος του Καζαντζάκη.
Βέβαια στο βιβλίο υπάρχουν αρκετές ανακρίβειες, όχι όμως τυχαίες: δεν είναι αλήθεια ότι οι δυο άντρες συνταξίδεψαν από τον Πειραιά στη Μάνη (όπως προείπαμε πρώτα έφτασε ο Ζορμπάς), τη θέση της Μάνης παίρνει η Κρήτη, η Καλαμάτα γίνεται μεγάλο κάστρο -το Ηράκλειο, ο Ταΰγετος, Ψηλορείτης (και όλα αυτά λόγω της αγάπης του συγγραφέα για το νησί που γεννήθηκε).
Το μεταλλείο πάει κατά διαόλου. Ζορμπάς και Καζαντζάκης το παρατούν, ο πρώτος φεύγει στη Χαλκιδική και μετά στη Σερβία, ο άλλος στην Ελβετία


ο Ζορμπάς σε ηλικία 50 χρονών και δεξιά λίγο πριν πεθάνει

Η ταραγμένη ζωή τού Γιώργη Ζορμπά, θα σταματήσει στα Σκόπια, όπου εγκαταστάθηκε, ξαναπαντρεύτηκε, έκανε και άλλα παιδιά και νέα οικογένεια. Ασχολήθηκε με την εξορυκτική δραστηριότητα (έβγαζε λευκόλιθο και ένα σπάνιο ορυκτό που χρησιμοποιούσαν στις οβίδες και έτσι οι δουλειές του πήγαν πολύ καλά). Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η κατάσχεση των ορυχείων από τούς Γερμανούς κατακτητές, η πείνα και ναζιστική σκλαβιά τον έστειλαν στον τάφο το 1942. Ο τάφος του βρίσκεται στο νεκροταφείο των Σκοπίων, Μπουτέλ.

Ο τάφος του Ζορμπά στα Σκόπια. Σαν ημερομηνία θανάτου αναφέρεται το 1943 αντί του σωστού 1942

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ(3)


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επίσης στο βιβλίο έχει να κάνει σχετικά με τη θέση της γυναίκας στην αρχαία Σπάρτη και τη σχέση της με τους άντρες. Μαθαίνουμε λοιπόν, ότι οι έφηβες κυκλοφορούσαν ημίγυμνες όχι όμως λόγω έλλειψης ήθους αλλά γιατί θα πρέπει να προκαλέσουν για να τις προσέξουν οι άντρες, αφού αυτοί δεν ενδιαφέρονται τίποτε άλλο παρά μόνο για τον πόλεμο. ΚΛΙΚ

Γυμνάζονται δε καθημερινά στην παλαίστρα ή το γυμναστήριο για να δείξουν στους άντρες ότι είναι έτοιμες να γεννήσουν υγιή παιδιά


Χάλκινο αγαλματίδιο που παριστάνει Σπαρτιάτισσα να να τρέχει φορώντας κοντό χιτώνα. Μάλιστα με το χέρι σηκώνει το χιτώνα για να μην την εμποδίζει


Πιθανώς εμφάνιση Σπαρτιάτισσας που θα συμμετείχε σε αγώνα δρόμου ταχύτητας

Και γι αυτό βέβαια ημίγυμνες κυκλοφορούσαν μόνο οι ανύπαντρες, όχι οι παντρεμένες.
Για τις παντρεμένες πάλι διαβάζουμε κάτι άλλο.
Όποιος Σπαρτιάτης επιθυμούσε θα μπορούσε να πάει με γυναίκα άλλου, αφού η μοιχεία δεν ήταν αδίκημα και αφού ο Σπαρτιάτης δε θα μπορούσε να αρνηθεί από έναν "όμοιό" του τη γυναίκα του μια που θα ήταν σα να αρνιόταν στον ίδιο του τον εαυτό!!
Αλλά τονίζεται ότι αυτό γινόταν σπάνια, μια που κανείς άντρας δεν είχε βαρεθεί τη γυναίκα του για να θελήσει να πάει και με άλλη. Και αυτό γιατί μέχρι τα 30 τους κοιμόνταν στα στρατόπεδα και λίγες μόνο στιγμές είχαν την τύχη να συνευρεθούν με τις γυναίκες τους!!
Είναι επίσης γνωστό ότι οι επαφές του ζευγαριού γινόταν μόνο το βράδυ και χωρίς φως, με τον άντρα στη συνέχεια να επιστρέφει στο στρατόπεδο. Μόνο όταν ο άντρας γινόταν 30 χρονών, του επιτρεπόταν να μείνει με τη γυναίκα του!

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ(2)

Ένα άλλο στοιχείο που διαβάζουμε στο "Τέλος του Εφιάλτη" και αξίζει να αναφερθεί είναι ότι οι Σπαρτιάτες αδιαφορούσαν για όλες τις τέχνες (άλλωστε γι αυτό και δεν υπάρχει κανένα μνημείο από αυτούς), ακόμα και για το θέατρο (αφού το θεωρούσαν ότι "δεν έχει σχέση με τη ζωή, δεν τη δημιουργεί. Έπεται, δεν προηγείται...είναι άσκοπο, μη αλήθεια") Τη μόνη τέχνη που ασχολούνταν ήταν η μουσική. Και αυτό γιατί ήταν "απαραίτητη από στρατιωτική άποψη. Είναι όργανο, είναι μέσο για την εκπαίδευση των ανδρών, την εμπέδωση της πειθαρχίας, την εξύψωση του ηθικού...όχι για τον ευδαιμονισμό αλλά για την ορθή κίνηση των μονάδων στην άσκηση και στη μάχη") Είναι γνωστό ότι οι Σπαρτιάτες ασκούνταν στην "όρχηση" και τα "άσματα". Μάθαιναν να απαγγέλλουν ποιήματα, να τραγουδούν και να χορεύουν. Είναι άλλωστε γνωστοί οι "παιάνες", τα στρατιωτικά εμβατήρια Τα κυριότερα δε όργανα της εποχής ήταν η κιθάρα και ο αυλός. Οι αυλητές ήταν αυτοί που έδιναν ρυθμό και οι οπλίτες συντονίζονταν άμεσα.


κιθαρωδός σε αγγείο

αυλητής

Ιδιαίτερη αξία έχει ένα κομμάτι αγγείου που βρέθηκε στο ιερό του Απόλλωνα στις Αμύκλες (το μυστηριακό κέντρο στην αρχαία Σπάρτη) που παριστάνει χορευτές σε κυκλική διάταξη έχοντας τα χέρια σηκωμένα στο ύψος των ώμων που θυμίζει το γνωστό χορό των Ποντίων, τον Πυρρίχιο.




Μάλιστα από πηγές ξέρουμε ότι στη Σπάρτη χόρευαν την πυρρίχη, χορός πολεμικός όπου νέοι άντρες αντικριστά φορώντας την πανοπλία τους αναπαριστούσαν σκηνές μάχης

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ(1)

Ένα αρκετά καλό βιβλίο έτυχε να διαβάσω πριν μερικές μέρες. Πρόκειται για "Το τέλος του Εφιάλτη" του Π. Μπαλτάκου
Ως γνωστό ο Εφιάλτης ήταν αρχαίος Έλληνας, γιος του Ευρυδήμου. Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος παρουσιάστηκε στον Ξέρξη και του υπέδειξε τη στενή διάβαση που έφερνε από το όρος Καλλίδρομο στις Θερμοπύλες και ανέλαβε να οδηγήσει από κει τους Πέρσες για να χτυπήσουν έτσι από τα νώτα τους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα (480 π.Χ.).

Πράγματι, οι Πέρσες ακολούθησαν τον Εφιάλτη με τη δύση του ηλίου. Όλο το βράδυ ακολούθησαν το μονοπάτι που τους οδηγούσε ο Έλληνας προδότης. Το όνομα αυτού του στενού περάσματος ήταν Ανοπαία Ατραπός και έτσι οι Πέρσες κύκλωσαν τους Έλληνες. Ο Εφιάλτης είχε εκπληρώσει το ρόλο του. Για τη πράξη του αυτή ο Πέρσης αυτοκράτορας του έδωσε μια μεγάλη χρηματική ανταμοιβή.


στο ένθετο, η πορεία των Περσών μετά την προδοσία του Εφιάλτη


οι Θερμοπύλες σήμερα, έχει αλλοιωθεί το τοπίο αφού ούτε καν στενά δεν υπάρχουν...τότε η θάλασσα ήταν πολύ κοντύτερα στο βουνό

Η Δελφική Αμφικτιονία, όταν οι Πέρσες νικήθηκαν και έφυγαν από την Ελλάδα, τον επικήρυξε έναντι χρηματικής αμοιβής και γι' αυτό ο Εφιάλτης είχε καταφύγει στη Θεσσαλία. Όταν έπειτα από χρόνια γύρισε στη πατρίδα του στην Αντίκυρα Φθιώτιδας δολοφονήθηκε. Ο άντρας που τον σκότωσε ήταν ένας Τραχίνιος, ο Αθηνάδης, ο οποίος σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, τον αναγνώρισε και τον σκότωσε.

Από αυτή την ιστορία ξεκινάει και το βιβλίο του Μπαλτάκου, μια μυθιστορία ουσιαστικά που στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα και δίνει την ερμηνεία, για το λόγο που αυτός θέλει, σχετικά με τη δολοφονία του προδότη.

Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι τα διάφορα στοιχεία που "παίρνουμε" από την κοινωνία των Λακεδαιμόνιων.

Έτσι μαθαίνουμε τις κοινωνικές τάξεις των Σπαρτιατών: τους "ομοίους", τους "περίοικους" και τους "είλωτες".

Για τους πρώτους διαβάζουμε ότι παρότι ήταν οι λιγότεροι πληθυσμιακά ήταν αυτοί που εκτελούσαν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και την "υποχρέωση" να πέσουν για την πατρίδα αλλιώς ήταν ανεπιθύμητοι στην πόλη, η μάχη είχε αξία μόνο όταν γινόταν σώμα με σώμα και απέφευγαν την εξ αποστάσεως μάχη ( βέλη, ακόντια, λίθοι κλπ), απέφευγαν να σκυλεύουν θύματα ούτε κυνηγούσαν τυχόν εχθρούς που υποχωρούσαν από τη μάχη.

Επίσης απαραίτητη προϋπόθεση ήταν οι υποψήφιοι οπλίτες να είχαν γιους. έτσι ώστε, μετά το θάνατό τους, να μη χάνοταν και το όνομά τους. Με λίγα λόγια ένας περήφανος στρατός που αρέσκονταν να πολεμούν σε "φάλαγγα" δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στον εξ αριστερών "όμοιό" τους τόσο σαν να επρόκειτο για τον ίδιο τον εαυτό τους. Οι ασπίδες δημιουργούσαν ένα αδιαπέραστο "τείχος" που ανέκοπτε και απωθούσε τον κάθε αντίπαλο εχθρό. Στις πρώτες σειρές τοποθετούσαν τους νεώτερους και δυνατότερους και στο ακάλυπτο δεξί μέρος της παράταξης, τοποθετούσαν τους ικανότερους. Οι σωστά εκπαιδευθέντες Σπαρτιάτες των πρώτων σειρών άρχιζαν τη συμπλοκή με τα δόρατά τους σε οριζόντια θέση, ενώ οι οπλίτες των πίσω σειρών αντικαταστούσαν τους νεκρούς ή κουρασμένους συμπολεμιστές τους ή τους έδιναν νέα δόρατα σε περίπτωση που αυτοί τα έχαναν ή έσπαζαν στη μάχη.

Εννοείται όπως προείπαμε ότι για τους Σπαρτιάτες η λέξη οπισθοχώρηση ήταν άγνωστη και οι επιλογές τους ήταν δύο: "ή τάν ή επί τάς"

"Ὦ ξεῖν', ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι."

Όσοι τυχόν γυρνούσαν πίσω στη Σπάρτη ενώ η μάχη είχε χαθεί τότε η ατίμωση για το δειλό ήταν αβάσταχτη και έτσι όλοι προτιμούσαν τον ηρωικό θάνατο παρά την άτιμη ζωή. Κάπως έτσι αντιμετωπίστηκε και ο Αριστόδημος, πατέρας του Αθηνάδη, από τους Σπαρτιάτες στο βιβλίο και γι αυτό ο γιος του θεωρώντας τον Εφιάλτη υπεύθυνο αναλαμβάνει σαν στόχο ζωής την εξόντωσή του, πράγμα που τελικά το καταφέρνει.

Οι "περίοικοι" ήταν οι επαγγελματίες και βιοτέχνες της εποχής με την εποπτεία πάντα όμως από τον Σπαρτιάτη αρμοστή και οι "είλωτες" που ήταν οι περισσότεροι ήταν και οι πιο αδικημένοι αφού ήταν οι δούλοι όχι όμως σε αφέντες αλλά στο ίδιο το κράτος. Αποτελούσαν το βοηθητικό προσωπικό στη μάχη και παρόλο που ήταν η συμπεριφορά των Σπαρτιατών καταπιεστική σε αυτούς, δεν εμπόδιζε στη δημιουργία σχέσεων Σπαρτιατών με γυναίκες - είλωτες. Τα παιδιά αυτών των σχέσεων τα ονόμαζαν "μόθακες" και μεγάλωναν μαζί με τα άλλα παιδιά λαμβάνοντας την ίδια αγωγή. Ένας "μόθακας" ήταν και ο Αθηνάδης, ο άνθρωπος που σκότωσε τον Εφιάλτη...