Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

ΦΥΤΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΖΟΜΠΙ!

Για τις ελεύθερες ώρες σας...κατεβάστε και εγκαταστήστε στον υπολογιστή σας το συναρπαστικό παιχνίδι......αλλά προσέξτε...τα ζόμπι έρχονται... (κλικ στην εικόνα)




Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ

Ο πρώτος νεκρός του Τρωικού πολέμου, πηγή έμπνευσης τραγουδιού!

Είναι δεκάδες τα τραγούδια που έχουν πάρει το ερέθισμα από την ελληνική μυθολογία και ιστορία. Από τα πολύ ωραία τραγούδια είναι και η σύνθεση του Μίμη Πλέσσα σε στίχους Κώστα Βίρβου, ο "Πρωτεσίλαος".

Πρόκειται για τον πολύ γνωστό μύθο του Πρωτεσίλαου και της γυναίκας του Λαοδάμειας. Αλλά ας δούμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Πρωτεσίλαος συμμετείχε στην εκστρατεία των Αχαιών εναντίον των Τρώων με 40 πλοία επικεφαλής των Θεσσαλών των πόλεων Φυλάκης και Πυράσου . Ο χρησμός έλεγε καθαρά ότι ο πρώτος που θα πατήσει το χώμα της Τροίας θα πέσει νεκρός και όλοι δίσταζαν να βγουν. Ο παμπόνηρος Οδυσσέας πετάει την ασπίδα του και πατάει πάνω σε αυτήν πρώτος - όχι όμως στο χώμα. Ο Πρωτεσίλαος νομίζει ότι βγαίνει δεύτερος και μόλις πατάει το πόδι του στο χώμα πέφτει νεκρός από το ακόντιο του Έκτορα. Κατά μία άλλη άποψη ο Πρωτεσίλαος δέχθηκε να βγει αυτός πρώτος γνωρίζοντας τον συγκεκριμένο χρησμό. Πάντως όπως και να έχει, ο χρησμός της Θέτιδας βγήκε αληθινός!

Ο Πρωτεσίλαος όμως ήταν νιόπαντρος και δεν πρόλαβε να χαρεί τη γυναίκα του Λαοδάμεια. Μάλιστα ο Λουκιανός στους "Νεκρικούς διαλόγους" του, γράφει, όταν απευθύνει ο Αιακός, δικαστής του Κάτω κόσμου το λόγο του στον Πρωτεσίλαο:
"...για το θάνατό σου Πρωτεσίλαε, δε φταίει κανένας άλλος παρά μονάχα εσύ, αφού, όταν φτάσατε στην Τροία λησμόνησες τη νιόπαντρη γυναίκα σου κι όρμησες πριν από τους άλλους, τόσο απερίσκεπτα και με τόση αδιαφορία για τον κίνδυνο - μόνο και μόνο για να δοξαστείς! - που σκοτώθηκες πρώτος στην απόβαση"

Σύμφωνα με τον μύθο, οι θεοί λυπήθηκαν τη Λαοδάμεια για τη χηρεία της και τον έφεραν πίσω από τον `Αδη για να τον δει. Εκείνη χάρηκε πάρα πολύ, νομίζοντας ότι ο Πρωτεσίλαος είχε επιστρέψει από την Τροία, αλλά όταν οι θεοί τον πήγαν πάλι στον Κάτω Κόσμο, ήταν απαρηγόρητη. Κατά μια άποψη αυτοκτόνησε αμέσως μετά κατά άλλη, παράγγειλε και της έφτιαξαν ένα μπρούντζινο άγαλμά του, και αφοσιώθηκε σε αυτό. Ο πατέρας της ανησύχησε με τη συμπεριφορά της και διέταξε την καταστροφή του αγάλματος, αλλά τότε η Λαοδάμεια έπεσε στη φωτιά και κάηκε μαζί με το άγαλμα. Δεν άντεχε μακριά του...Το τραγούδι αφήνει να εννοηθεί η πρώτη άποψη.


...φωνητικά δίπλα στο Δημήτρη Μητροπάνο η Κατιάνα Μπαλανίκα και η Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου...

Σαρκοφάγος που αναπαριστά το μύθο του Πρωτεσίλαου και της Λαοδάμειας

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

ΓΛΩΣΣΟΛΑΛΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

 Γλωσσολαλιά ελληνική της οικουμένης θάμα...

Συγκλονιστικό κι υπέροχο! Ιδίως για όσους αγαπούν τη γλώσσα μας αλλά και για τους ανελλήνιστους!

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΝΗΣΙ MIDWAY ΚΑΙ Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ!

Αυτά που θα δείτε στο παρακάτω βίντεο συμβαίνουν στο νησί Midway (Pihemanu), στο Βόρειο Ειρηνικό ωκεανό, 3200 χιλιόμετρα μακριά από κάθε ήπειρο...δείτε πού βρίσκεται...






Σκέψου λίγο πριν πετάξεις κάτι στη θάλασσα ...ή μάζεψε και τίποτα απ΄τα σκουπίδια που συναντάς στις παραλίες τα καλοκαίρια.Όχι,δεν είναι μόνο για χάρη των γλαρόπουλων...!

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 60 ΚΑΙ 70

Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του 40, 50, 60 και 70 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει. 
Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαριές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίδες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατούσες μας.



Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκκύτη, μαγουλάδες,ανεμοβλογιά. Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη. Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με… κάρβουνο, ή με θερμάστρες πετρελαίου. Πού να βρεθεί καλοριφέρ τότε. 

 
Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ήρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέτα, το Πρώτο, το Εμπρός. 





Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλίρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλειφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν, τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον, το πεστίλι πέτσα βερίκοκο, το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι. 




 
Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκκινοπίπερο.


Τα αστικά λεωφορεία Σκάνια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλε δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ήταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρι καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας; Τα κίτρινα τρόλεϊ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλα που έκοβε τα εισιτήρια. 



 
Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Άνω Τούμπα - Κάτω Τούμπα» τους έκοβαν το μεροκάματο. Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault 10 ή το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.

 
Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα. 

 
Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο, αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σαν φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ. 



 
Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας.


Στη γωνιά του δρόμου ένα ζαχαροπλαστείο που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί. 


 Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλεϊ κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά. 

 
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσο ούτε καν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο έβρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου. 

 
Σαββατόβραδο συνήθως σινεμαδάκι, την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παϊδάκια και μια γουλιά μπίρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει»

 
Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωί τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστό υποβρύχιο μέσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης, Φουντουκίδης, Κατσαρός.


  
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το 'σπρωχνε στο χωματόδρομο. ΑΣΤΥ, ΕΒΓΑ... Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα. 

  
Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Περαία, Μπαξέ, Αγία Τριάδα άντε και στην Επανωμή ή πιο κοντά στο Καραμπουρνάκι και στην πλαζ της Αρετσούς...
 Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπάνιο με τις κομπινεζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό. 

 
 
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά! Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα. Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση. 


Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγί, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τα ζαχαροπλαστεία της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανητές αλλά ποτέ δεν ήμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας. 


 Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας. Όταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέτο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλιρα για να μη φουσκώσουν. 

 
Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέτες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος! Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα. Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μας κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες. Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας. Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει. Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλιτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε. Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι. Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων. 

 
Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρεις μέρες πρωί, τρεις μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς. Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο.
 -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πει τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι. Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλε ποδιές τους. Μπλε κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλε κορδέλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και τα αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.

 
 Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στο δάσος Κουρί, στο Κρυονέρι, στο Πανόραμα και τον Χορτιάτη, στην Καβάλα και την Κατερίνη. Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο. Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.


Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας. Θυμάστε τα πάρτι γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέικ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς. Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλουζ σε συνεννόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας. Πηγαίναμε στο γήπεδο τρεις ώρες πριν το ματς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα; Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια. Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και τις πορτοκαλάδες ΠΑΡΘΕΝΩΝ και ΛΟΥΞ. Αξέχαστα χρόνια. 

  
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος. 

Όλα τα παραπάνω και ακόμα περισσότερα μπορείτε να δείτε και στην παρακάτω παρουσίαση

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

ΦΡΕΝΤΙ ΜΕΡΚΙΟΥΡΙ

21 χρόνια - σαν σήμερα - που "έφυγε" ο  μεγάλος frontman, μια σπουδαία φωνή, ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας.
Όμως είναι γεγονός ότι παραμένει "ζωντανός", δίπλα μας, μέσα από τα τραγούδια του συγκροτήματός του, των Queen. 
 Το πραγματικό όνομα του Μέρκιουρι ήταν Φαρόκ Μπουλσάρα. Γεννημένος στην Ζανζιβάρη στις 5 Σεπτεμβρίου 1946 εγκαταστάθηκε αργότερα με την οικογένειά του στο Λονδίνο.
Το 1969, ο Μέρκιουρι κάνει… μεταγραφή στο συγκρότημα «Ibex», το οποίο μετονομάζεται σε Wreckage λίγους μήνες αργότερα ενώ το 1970 κάνει μερικές εμφανίσεις ως τραγουδιστής των «Sour Milk Sea». 
Μετά τη διάλυση των Smile, τον Απρίλιο του 1970, οι Μπράιαν Μέι, Ρότζερ Τέιλορ και Φρέντι Μέρκιουρι ιδρύουν τους «Queen», όνομα που εμπνέεται ο ίδιος ο Μέρκιουρι. Λίγο μετά από την ίδρυση του συγκροτήματος, κι ενόσω ο Φρέντι ακόμη χρησιμοποιεί το πραγματικό του επώνυμο, υιοθετεί το καλλιτεχνικό «Μέρκιουρι», το ρωμαϊκό αντίστοιχο του αγγελιοφόρου των θεών των αρχαίων Ελλήνων, Ερμή. Τον επόμενο χρόνο οι Queen αποκτούν το τελευταίο τους μέλος, τον μπασίστα Τζον Ντίκον.  
Το «Bohemian Rhapsody», από το δίσκο τους  «A night at the opera», ανακηρύσσεται σε «τραγούδι της χιλιετίας» από το το Guiness Book of Records ενώ για την προώθησή δημιουργείται το πρώτο στην ιστορία σκηνοθετημένο βίντεοκλιπ. Οι Queen πλέον βρίσκονται στην κορυφή του μουσικού στερεώματος  
Στις 23 Νοεμβρίου 1991, ο Φρέντι Μέρκιουρι ανακοινώνει σε δημοσιογράφους που κυριολεκτικά έχουν κατασκηνώσει έξω από το σπίτι του στο Λονδίνο, ότι πάσχει από AIDS
Μία ημέρα αργότερα, πεθαίνει. 
Η κληρονομιά που άφησε πίσω του έχει αξία ανεκτίμητη αλλά… the show must go on! 
Ας θυμηθούμε μερικές στιγμές του...





  ...και "γεύση" από το εκπληκτικό αφιέρωμα στον Freddie Mercurie από τους Queen, Elton John και Axl Rose


Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Η ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Επειδή όλοι μεγαλώνουμε...

Η Julie Andrews και τα 7 παιδιά της ταινίας "Η Μελωδία της Ευτυχίας" (The sound of music)...ξανασυναντιούνται μετά από 47 χρόνια

 

 Η οικογένεια Φον Τραπ τότε...
 

 ...και τώρα


Ως γνωστό η ταινία είχε κερδίσει το 1965 και 5 Οσκαρ, Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Μουσικής, Μοντάζ, Ήχου (1966). Ας θυμηθούμε λίγο από τότε...



Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ!

Όταν εδώ απλά υπάρχει το ερώτημα: Θα βρω κάπου δουλειά;; κάπου αλλού δουλεύουν σε παραμυθένιους τόπους

Δείτε λοιπόν τι γίνεται σε κάποια εταιρεία...

Η εταιρεία εδρεύει στο Πίτσμουργκ της Πενσυλβάνια και ασχολείται με τις εφευρέσεις, λανσάροντας πάνω από 2.000 νέα προϊόντα κάθε χρόνο. Η «Inventionland», όπως ονομάζεται, απασχολεί περίπου 250 υπαλλήλους, όλοι τους δημιουργικοί και καινοτόμοι άνθρωποι. Μέχρι εδώ τίποτα πρωτότυπο.

Η «Inventionland», όμως, δεν είναι μια συνηθισμένη εταιρεία. Τα γραφεία της στεγάζονται σε έναν χώρο 7.000 τετραγωνικών μέτρων που παραπέμπει σε παιδικό παραμύθι, με τους υπαλλήλους να είναι καθημερινά οι «ήρωες» μιας τρόπον τινά «Χώρας των Θαυμάτων»!



Ο ιδιοκτήτης George Davison έδωσε μεγάλη σημασία στη διαμόρφωση αλλά και στη διακόσμηση των γραφείων, έχοντας έναν και μόνο σκοπό: Να εμπνεύσει τους εργαζομένους και να τους κάνει περισσότερο αποδοτικούς, πράγμα που το πέτυχε στο έπακρο.
 
Και πώς αλλιώς, άλλωστε, αφού δημιούργησε 15 διαφορετικούς χώρους, καθένας από τους οποίους θυμίζει παιδικό θεματικό πάρκο, με πειρατικά πλοία, γιγάντια παπούτσια και δεντρόσπιτα να βρίσκονται στην… πρωτοκαθεδρία, ενώ λίμνες και καταρράκτες συμπληρώνουν το τοπίο!



 Εκεί τοποθετήθηκαν τα γραφεία, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και οι αίθουσες συνεδριάσεων για να «εμπνέεται το προσωπικό από την εκκεντρικότητα του χώρου», λέει ο ιδιοκτήτης και συμπληρώνει:
 «Δεν ήθελα ανθρώπους που βαριούνται να έρθουν στη δουλειά και κοιτάζουν το ρολόι τους πότε θα φύγουν. Ο χώρος πρέπει να εμπνέει τους εργαζομένους. Έτσι γίνονται πιο δημιουργικοί και εφευρετικοί συνάμα! Άλλωστε αυτή είναι η δουλειά μας. Οι εφευρέσεις είναι μια… εικαστική τέχνη και χρειάζονται έμνευση και φαντασία για να είναι καλές και πρωτότυπες»!



Αποτέλεσμα; Η κατακόρυφη αύξηση της παραγωγικότητας και η μεγάλη αποδοτικότητα του προσωπικού καταδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο ότι όταν το «παραμύθι» εξελίσσεται κάθε στιγμή δίπλα σου δεν μπορείς παρά να συμμετέχεις σε αυτό ως άλλος ήρωας μιας φανταστικής «Χώρας των Θαυμάτων»!